Όταν μιλάει ο μεγάλος Φερνάντο...
«Εδώ πέρα συγχέουμε πάρα πολύ τον όρο ταλέντο. Τον χρησιμοποιούμε πολύ βολικά, όποτε θέλουμε και σε όποια περίπτωση θέλουμε. Φτάνουμε να λέμε για έναν ποδοσφαιριστή 22 ετών ότι είναι ταλέντο και έχει ακόμη περιθώρια. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο ποδοσφαιριστής που έχει ταλέντο είναι 15-16 ετών. Από εκεί και πέρα, 22-23 ετών ποδοσφαιριστές είναι ολοκληρωμένοι ποδοσφαι- ριστές που είτε έχουν τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις για να αγωνιστούν πιο ψηλά είτε δεν τις έχουν. Δεν μπορούμε όμως να μιλάμε για έναν ποδοσφαιριστή 22-23 ετών και να τον λέμε ταλέντο. Δεν υπάρχει ταλέντο σε αυτή την ηλικία. Υπάρχει η δυνατότητα ή όχι να παίξεις.
Νομίζω ότι η απάντηση δίνεται από την ίδια την ερώτηση. Είπατε ότι αν ένας ποδοσφαιριστής δεν φύγει νωρίς για το εξωτερικό δεν μπορεί να εξελιχθεί. Από τη στιγμή, λοιπόν, που το λέμε αυτό και το παραδεχόμαστε, αν το δεχόμαστε, αυτό σημαίνει ότι κάτι κακό κάτι στραβό γίνεται εδώ πέρα.
Δηλαδή αυτό συνεπάγεται ότι η δουλειά που γίνεται στις ακαδημίες δεν είναι σωστή, γιατί αν φτάνουμε να ευχόμαστε ένας ποδοσφαιριστής 16-17 ή 18 ετών να βρει την ευκαιρία να φύγει στο εξωτερικό για να εξελιχθεί, τότε σημαίνει ότι παραδεχόμαστε πως η δουλειά που γίνεται έξω είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με αυτή που γίνεται εδώ. Εφόσον το παραδεχόμαστε αυτό και ξέρουμε ότι είναι αλήθεια, υπάρχει μια απλή επιλογή. Είτε αλλάζουμε είτε δεν αλλάζουμε και συνεχίζουμε στην ίδια κατάσταση.
Δηλαδή αυτό συνεπάγεται ότι η δουλειά που γίνεται στις ακαδημίες δεν είναι σωστή, γιατί αν φτάνουμε να ευχόμαστε ένας ποδοσφαιριστής 16-17 ή 18 ετών να βρει την ευκαιρία να φύγει στο εξωτερικό για να εξελιχθεί, τότε σημαίνει ότι παραδεχόμαστε πως η δουλειά που γίνεται έξω είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με αυτή που γίνεται εδώ. Εφόσον το παραδεχόμαστε αυτό και ξέρουμε ότι είναι αλήθεια, υπάρχει μια απλή επιλογή. Είτε αλλάζουμε είτε δεν αλλάζουμε και συνεχίζουμε στην ίδια κατάσταση.
Αυτό το οποίο είχα πει εγώ και πριν από δέκα χρόνια όταν είχα πρωτοέρθει στην Ελλάδα, και δίχως να θέλω να κάνω κριτική αυτή τη στιγμή, είναι πως εκείνα τα χρόνια μόνο ο Παναθηναϊκός είχε σωστές εγκαταστάσεις για να μπορέσει να λειτουργήσει τις ακαδημίες του.
Πλέον αυτό το πράγμα δεν υφίσταται. Όλες οι ομάδες διαθέτουν εγκαταστάσεις και μπορούν να κάνουν δουλειά. Αλλά θα πρέπει να γίνεται και σωστή δουλειά. Αν εγώ ήμουν πρόεδρος μιας ομάδας και είχα δύο προπονητές θα έβαζα τον καλύτερο στις ακαδημίες και τον λιγότερο καλό στην πρώτη ομάδα.
Πλέον αυτό το πράγμα δεν υφίσταται. Όλες οι ομάδες διαθέτουν εγκαταστάσεις και μπορούν να κάνουν δουλειά. Αλλά θα πρέπει να γίνεται και σωστή δουλειά. Αν εγώ ήμουν πρόεδρος μιας ομάδας και είχα δύο προπονητές θα έβαζα τον καλύτερο στις ακαδημίες και τον λιγότερο καλό στην πρώτη ομάδα.
Αυτό το παράδειγμα το παραθέτω για να μπορέσω να τονίσω το γεγονός ότι στις ακαδημίες θα έπρεπε να γίνεται καλύτερη και ποιοτικότερη δουλειά ακόμα και από την πρώτη ομάδα. Διότι στις ακαδημίες έχεις τη δυνατότητα να φτιάξει ένα νέο ποδοσφαιριστή ο οποίος έχει το ταλέντο και την προοπτική και εσύ του μαθαίνεις πως παίζεται το ποδόσφαιρο.
Σε έναν ποδοσφαιριστή 22-23 ετών δεν θα μπορέσεις ποτέ να του μάθεις κάποια πράγματα διότι τα έχει μάθει με ένα συγκεκριμένο τρόπο και δεν μπορείς να τα ξεριζώσεις από μέσα του και να του βάλεις άλλα καινούργια.
Σε έναν ποδοσφαιριστή 22-23 ετών δεν θα μπορέσεις ποτέ να του μάθεις κάποια πράγματα διότι τα έχει μάθει με ένα συγκεκριμένο τρόπο και δεν μπορείς να τα ξεριζώσεις από μέσα του και να του βάλεις άλλα καινούργια.
Και επειδή στους συλλόγους που βρισκόμουν είχε συμβεί πολλές φορές να έχω νέους ποδοσφαιριστές που προέρχονταν από τις ακαδημίες, παρατηρούσα το εξής: οι ποδοσφαιριστές αυτοί είχαν προοπτική, είχαν ταλέντο, αλλά δεν κατανοούσαν καθόλου μα καθόλου τις βασικές αρχές του παιχνιδιού.
Τους έκανα βασικές ασκήσεις και με κοιτούσαν λες και έκανα απίθανα πράγματα και μου έλεγαν: «α, έτσι παίζεται το ποδόσφαιρο;». Μιλάμε δηλαδή για πράγματα τα οποία είναι πολύ βασικά, πολύ απλά, αλλά για κάποιον που είναι 16 χρονών και θα τα μάθει εύκολα κάνοντάς τα κτήμα του. Στη συνέχεια θα έρχονται όλα φυσιολογικά.
Τους έκανα βασικές ασκήσεις και με κοιτούσαν λες και έκανα απίθανα πράγματα και μου έλεγαν: «α, έτσι παίζεται το ποδόσφαιρο;». Μιλάμε δηλαδή για πράγματα τα οποία είναι πολύ βασικά, πολύ απλά, αλλά για κάποιον που είναι 16 χρονών και θα τα μάθει εύκολα κάνοντάς τα κτήμα του. Στη συνέχεια θα έρχονται όλα φυσιολογικά.
Είναι, όμως, πάρα πολύ δύσκολο όταν βρίσκεσαι στην πρώτη ομάδα και κυνηγάς τίτλους και φιλοδοξίες να μπορέσεις να βρεις το χρόνο για να ασχοληθείς με αυτούς τους νεαρούς ποδοσφαιριστές και να τους βγάλεις αυτά τα λάθος πράγματα που έχουν μάθει και να τους βάλεις αυτά που πρέπει να ήξεραν εξ αρχής.
Αυτό που θέλω να πω για κάτι που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι ότι πάρα πολλές φορές ουσιαστικά κάνουμε τα αντίστροφα πράγματα από αυτά που πρέπει να γίνονται. Στην Ευρώπη θεωρείται απόλυτα φυσιολογικό για κάποιον ποδοσφαιριστή που δεν έχει τη δυνατότητα και τις εμπειρίες να αγωνιστεί στην πρώτη ομάδα στην οποία ανήκει, είναι πολύ φυσιολογικό για αυτές τις ομάδες να δανείζουν αυτούς τους παίκτες ώστε να μπορούν να πάρουν κάποιες εμπειρίες και κάποια παιχνίδια στα πόδια τους για να επιστρέψουν και να διεκδικήσουν θέση βασικού.
Εδώ στην Ελλάδα, οποτεδήποτε γίνεται αυτό σκεφτόμαστε αμέσως ότι ο προπονητής δε γουστάρει τον "α" ποδοσφαιριστή που θέλει να δανείσει στη "χ" ομάδα έτσι ώστε να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Τελικά αυτό που γίνεται είναι είτε να μη φεύγει και να φυτοζωεί στην ομάδα που ανήκει καθώς δεν πρόκειται να πάρει ευκαιρίες και να εξελιχθεί μέσα των παιχνιδιών, ή, αν φύγει τελικά και πάει σε κάποια ομάδα, να αισθάνεται και ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δυσαρεστημένος και να σκέφτεται ότι δεν τον θέλει ο προπονητής.
Αυτό έχει ως συνέπεια να μην καταβάλει την προσπάθεια που πρέπει στην ομάδα που πάει. Και πολλές φορές και η ομάδα που πηγαίνει τον δέχεται σαν παρακατιανό και απλά τον παίρνει και τον γυρίζει στην ίδια ακριβώς θέση που τον παρέλαβε χωρίς να τον βοηθάει να εξελιχθεί.
Μπορώ να δώσω δύο παραδείγματα Ελλήνων ποδοσφαιριστών οι οποίοι κατάλαβαν πολύ καλά αυτά τα πράγματα που τους είπα. Μιλάω για τον Σωκράτη Παπασταθόπουλο και για τον Στέφανο Αθανασιάδη. Είναι ποδοσφαιριστές που τους πήρα μαζί, τους εξήγησα ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν τη δυνατότητα να αγωνιστούν, οπότε θεώρησα ότι ήταν προτιμότερο για αυτούς να πάνε δανεικοί σε κάποιες ομάδες. Ο ένας πήγε στη Νίκη Βόλου για έξι μήνες, ο άλλος στον Πανσερραϊκό.
Εκεί μπόρεσαν να κάνουν πράξη όλα όσα μάθαιναν τόσο καιρό στις προπονήσεις της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ και επέστρεψαν διεκδικώντας θέση βασικού. Και για να μη θεωρηθεί ότι μόνο με μένα συμβαίνει αυτό, πάρτε και το παράδειγμα του Μήτρογλου ο οποίος ήταν στον Ολυμπιακό, έφυγε δανεικός στον Πανιώνιο και στον Ατρόμητο, προσπάθησε πάρα πολύ, βελτιώθηκε πάρα πολύ μέσω των παιχνιδιών πλέον και διεκδικεί θέση βασικού.
Αν δεν είχε πάει δανεικός ο Μήτρογλου όλα αυτά τα χρόνια για να αγωνιστεί σας εγγυώμαι ότι τώρα θα βρισκόταν στον Ατρόμητο και μέχρι εκεί θα ήταν η καριέρα του. Τίποτα παραπάνω. Αυτό που επίσης δεν μπορώ να καταλάβω είναι πως ενώ σε άλλες χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Αγγλία είναι κάτι σωστό και φυσιολογικό να φεύγουν οι ποδοσφαιριστές δανεικοί και αυτό που θεωρείται σωστό σε αυτές τις χώρες δεν είναι σωστό εδώ πέρα.
Ή μάλλον εγώ ξέρω γιατί δεν είναι σωστό και θα το πω όσο κι αν μπορεί να μην ακούγεται ωραίο, όσο κι αν μπορεί να είναι σκληρό. Εγώ έχω μάθει να λέω την αλήθεια όπως τη βλέπω εγώ. Αυτό, λοιπόν, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ενώ στην Ισπανία υπάρχει ένας Μέσι και ένας Ρονάλντο, εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν τέσσερις Μέσι και τέσσερις Ρονάλντο!..
Με λίγα λόγια φουσκώνουμε πολύ εύκολα τα μυαλά των νεαρών ποδοσφαιριστών, τους κάνουμε να πιστεύουν ότι είναι κάτι που δεν είναι και με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά δυσχεραίνουμε πολύ την ανάπτυξη και τη βελτίωσή τους. Τους κάνουμε να πιστεύουν ότι είναι έτοιμοι ποδοσφαιριστές ενώ ουσιαστικά είναι ακόμα στην εξέλιξη και στη βελτίωσή τους.
Με αυτόν τον τρόπο και αυτοί σταματούν να δουλεύουν γιατί θεωρούν ότι βρίσκονται στο αποκορύφωμα και ότι δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι άλλο. Αυτό που λέω έχει να κάνει και με το ρεαλισμό. Ο ρεαλισμός είναι ένας χαρακτηρισμός που σημαίνει ότι ξέρω τις δυνατότητες μου και πάνω σε αυτές δουλεύω και προσπαθώ για το καλύτερο δυνατό.
Δυστυχώς εδώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτός ο ρεαλισμός. Στην Ελλάδα ενώ έχουμε ένα θετικό, καθώς ως λαός έχουμε μια τεράστια αγάπη για το ποδόσφαιρο, υπάρχουν νεαροί ποδοσφαιριστές που θέλουν να ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο και έχουν δεξιότητα να το κάνουν αυτό... Και αντί να πιανόμαστε από αυτό και να γίνεται σωστή εκμάθηση στην προπόνηση, εμείς βιαζόμαστε πάρα πολύ να αναγάγουμε τους ποδοσφαιριστές σε «παικταράδες» ή σε Μέσι ή σε Ρονάλντο και με αυτόν τον τρόπο να δυσκολεύουμε πάρα πολύ την εξέλιξή τους.
Εμείς, λοιπόν, αυτό που πρέπει να κάνουμε για να φτάσουμε σε επίπεδο χωρών όπως η Ολλανδία, η Πορτογαλία που συστηματικά παράγουν ποδοσφαιριστές που είτε τους κρατούν για τις ομάδες τους είτε παίρνουν μεταγραφή για το εξωτερικό, είναι αυτό ακριβώς το πράγμα: να φτάσουμε στη θέση του παραγωγού γιατί πλέον δεν μπορούμε να είμαστε αγοραστές.»
Αυτό που θέλω να πω για κάτι που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι ότι πάρα πολλές φορές ουσιαστικά κάνουμε τα αντίστροφα πράγματα από αυτά που πρέπει να γίνονται. Στην Ευρώπη θεωρείται απόλυτα φυσιολογικό για κάποιον ποδοσφαιριστή που δεν έχει τη δυνατότητα και τις εμπειρίες να αγωνιστεί στην πρώτη ομάδα στην οποία ανήκει, είναι πολύ φυσιολογικό για αυτές τις ομάδες να δανείζουν αυτούς τους παίκτες ώστε να μπορούν να πάρουν κάποιες εμπειρίες και κάποια παιχνίδια στα πόδια τους για να επιστρέψουν και να διεκδικήσουν θέση βασικού.
Εδώ στην Ελλάδα, οποτεδήποτε γίνεται αυτό σκεφτόμαστε αμέσως ότι ο προπονητής δε γουστάρει τον "α" ποδοσφαιριστή που θέλει να δανείσει στη "χ" ομάδα έτσι ώστε να πάρει παιχνίδια στα πόδια του. Τελικά αυτό που γίνεται είναι είτε να μη φεύγει και να φυτοζωεί στην ομάδα που ανήκει καθώς δεν πρόκειται να πάρει ευκαιρίες και να εξελιχθεί μέσα των παιχνιδιών, ή, αν φύγει τελικά και πάει σε κάποια ομάδα, να αισθάνεται και ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δυσαρεστημένος και να σκέφτεται ότι δεν τον θέλει ο προπονητής.
Αυτό έχει ως συνέπεια να μην καταβάλει την προσπάθεια που πρέπει στην ομάδα που πάει. Και πολλές φορές και η ομάδα που πηγαίνει τον δέχεται σαν παρακατιανό και απλά τον παίρνει και τον γυρίζει στην ίδια ακριβώς θέση που τον παρέλαβε χωρίς να τον βοηθάει να εξελιχθεί.
Μπορώ να δώσω δύο παραδείγματα Ελλήνων ποδοσφαιριστών οι οποίοι κατάλαβαν πολύ καλά αυτά τα πράγματα που τους είπα. Μιλάω για τον Σωκράτη Παπασταθόπουλο και για τον Στέφανο Αθανασιάδη. Είναι ποδοσφαιριστές που τους πήρα μαζί, τους εξήγησα ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν τη δυνατότητα να αγωνιστούν, οπότε θεώρησα ότι ήταν προτιμότερο για αυτούς να πάνε δανεικοί σε κάποιες ομάδες. Ο ένας πήγε στη Νίκη Βόλου για έξι μήνες, ο άλλος στον Πανσερραϊκό.
Εκεί μπόρεσαν να κάνουν πράξη όλα όσα μάθαιναν τόσο καιρό στις προπονήσεις της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ και επέστρεψαν διεκδικώντας θέση βασικού. Και για να μη θεωρηθεί ότι μόνο με μένα συμβαίνει αυτό, πάρτε και το παράδειγμα του Μήτρογλου ο οποίος ήταν στον Ολυμπιακό, έφυγε δανεικός στον Πανιώνιο και στον Ατρόμητο, προσπάθησε πάρα πολύ, βελτιώθηκε πάρα πολύ μέσω των παιχνιδιών πλέον και διεκδικεί θέση βασικού.
Αν δεν είχε πάει δανεικός ο Μήτρογλου όλα αυτά τα χρόνια για να αγωνιστεί σας εγγυώμαι ότι τώρα θα βρισκόταν στον Ατρόμητο και μέχρι εκεί θα ήταν η καριέρα του. Τίποτα παραπάνω. Αυτό που επίσης δεν μπορώ να καταλάβω είναι πως ενώ σε άλλες χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Αγγλία είναι κάτι σωστό και φυσιολογικό να φεύγουν οι ποδοσφαιριστές δανεικοί και αυτό που θεωρείται σωστό σε αυτές τις χώρες δεν είναι σωστό εδώ πέρα.
Ή μάλλον εγώ ξέρω γιατί δεν είναι σωστό και θα το πω όσο κι αν μπορεί να μην ακούγεται ωραίο, όσο κι αν μπορεί να είναι σκληρό. Εγώ έχω μάθει να λέω την αλήθεια όπως τη βλέπω εγώ. Αυτό, λοιπόν, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ενώ στην Ισπανία υπάρχει ένας Μέσι και ένας Ρονάλντο, εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν τέσσερις Μέσι και τέσσερις Ρονάλντο!..
Με λίγα λόγια φουσκώνουμε πολύ εύκολα τα μυαλά των νεαρών ποδοσφαιριστών, τους κάνουμε να πιστεύουν ότι είναι κάτι που δεν είναι και με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά δυσχεραίνουμε πολύ την ανάπτυξη και τη βελτίωσή τους. Τους κάνουμε να πιστεύουν ότι είναι έτοιμοι ποδοσφαιριστές ενώ ουσιαστικά είναι ακόμα στην εξέλιξη και στη βελτίωσή τους.
Με αυτόν τον τρόπο και αυτοί σταματούν να δουλεύουν γιατί θεωρούν ότι βρίσκονται στο αποκορύφωμα και ότι δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι άλλο. Αυτό που λέω έχει να κάνει και με το ρεαλισμό. Ο ρεαλισμός είναι ένας χαρακτηρισμός που σημαίνει ότι ξέρω τις δυνατότητες μου και πάνω σε αυτές δουλεύω και προσπαθώ για το καλύτερο δυνατό.
Δυστυχώς εδώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτός ο ρεαλισμός. Στην Ελλάδα ενώ έχουμε ένα θετικό, καθώς ως λαός έχουμε μια τεράστια αγάπη για το ποδόσφαιρο, υπάρχουν νεαροί ποδοσφαιριστές που θέλουν να ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο και έχουν δεξιότητα να το κάνουν αυτό... Και αντί να πιανόμαστε από αυτό και να γίνεται σωστή εκμάθηση στην προπόνηση, εμείς βιαζόμαστε πάρα πολύ να αναγάγουμε τους ποδοσφαιριστές σε «παικταράδες» ή σε Μέσι ή σε Ρονάλντο και με αυτόν τον τρόπο να δυσκολεύουμε πάρα πολύ την εξέλιξή τους.
Εμείς, λοιπόν, αυτό που πρέπει να κάνουμε για να φτάσουμε σε επίπεδο χωρών όπως η Ολλανδία, η Πορτογαλία που συστηματικά παράγουν ποδοσφαιριστές που είτε τους κρατούν για τις ομάδες τους είτε παίρνουν μεταγραφή για το εξωτερικό, είναι αυτό ακριβώς το πράγμα: να φτάσουμε στη θέση του παραγωγού γιατί πλέον δεν μπορούμε να είμαστε αγοραστές.»
ΥΓ.1 Απόσπασμα από την συνέντευξη του Φερνάντο Σάντος στην ΟΠΑΠ TV.
ΥΓ.2 Πες τα βρε άρχοντα...


Δεν υπάρχουν σχόλια